Τελευταία Νέα

Δείτε τα όλα

Social Media Channels

Χιλιοτραγουδισμένο τραγούδι

Αυτές τις μέρες ζούμε μέσα στην χαρά της Αναστάσεως του Χριστού. Όλες οι εορτές της εκκλησίας είναι χαρά, αλλά σαν την χαρά της Ανάστασης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δεν θα βρούμε σε καμία εορτή. Γι’ αυτό ακριβώς και όλα τα τροπάρια μιλάνε για την βαθιά χαρά και ευφροσύνη της καρδιάς του ανθρώπου, που κατάλαβε το βαθύ νόημα της Ανάστασης και πίστεψε ειλικρινά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό.

Από την στιγμή που κάνουμε την Ανάσταση, τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, και στη συνέχεια κάθε ημέρα, κατά το τυπικό της εκκλησίας, ψάλλουμε εκατό τουλάχιστον φορές το «Χριστός Ανέστη», ίσως και περισσότερες.

Ξέρετε τι σημαίνει αυτό αδελφοί; Σημαίνει ότι εκείνοι, που ζουν μέσα στην εκκλησία, όσο πιο σωστά ζουν μέσα στην εκκλησία, τόσο πιο πολύ δεν χορταίνουν να λένε το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Αφήστε εκείνους, που «δεν ξέρουν την πόρτα της εκκλησίας», να λένε εκείνη την γελοία παροιμία ότι «το πολύ Κύριε ελέησον το βαριέται ο Θεός». Ο άνθρωπος που γνώρισε τον Θεό, αγάπησε τον Θεό, πίστεψε στον Χριστό και κατάλαβε το νόημα της Αναστάσεως του Χριστού, ούτε το «Κύριε ελέησον» βαριέται, ούτε το «Χριστός Ανέστη».

Τη χαρά της Αναστάσεως την εκφράζουν ένα σωρό τροπάρια με διαφορετικά βέβαια λόγια, παραδείγματος χάριν: «Ο Αγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη• Αγνή, Παρθένε χαίρε, και πάλιν ερώ χαίρε», πόσες φορές να το πω; Αναρωτιέται ο Άγγελος. Όσες φορές και να το πω, «Παναγία μου, χαίρε! ο σος Υιός ανέστη, τριήμερος εκ τάφου» λίγες είναι μπροστά στο μέγεθος του μυστηρίου. Ένα άλλο τροπάριο λέει: «Νυν», όλα, με την Ανάσταση του Κυρίου, «πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια». Και σε ένα άλλο τροπάριο δοξάζουμε τον Χριστό και λέμε: «Χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε, ότι ο Χριστός, ο Σωτήρ ημών, ανέστη εκ νεκρών. Χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε!». Και όλη γενικά η υμνολογία μας, αυτή την εποχή, είναι γεμάτη από την έκφραση της χαράς της Αναστάσεως.

Πότε ο θάνατος φαίνεται μαυρίλα;

Γιατί, αδελφοί μου; Επειδή είναι Άνοιξη λένε μερικοί πολύ απερίσκεπτα. Αλλά μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι η χαρά για τα λουλούδια, ούτε για τις πεταλούδες, ούτε για την καρποφορία της γης. Για άλλο χαίρουμε. Το πικρότερο πράγμα στον κόσμο είναι ο θάνατος και το γλυκύτερο είναι η ζωή. Ο άνθρωπος προτιμά να ζει, έστω και λειψός. Προτιμά να ζει, έστω και στο κρεβάτι του πόνου, έστω και κατάκοιτος, έστω και με καρκίνο, προτιμά να ζει παρά να πεθάνει. Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μας φαίνεται μαυρίλα.

Πότε ο θάνατος φαίνεται μαυρίλα; Όταν είναι μαυρίλα η ψυχή του ανθρώπου. Έχουμε δυο ζωές και δυο θανάτους. Η μια ζωή είναι του σώματος και η άλλη είναι η κατά Θεόν ζωή. Και επειδή ο Θεός είναι ο αληθινός και τα πλάσματα τα φθαρτά είναι όλα ψεύτικα, το λέμε ότι και η ζωή μας πάνω στην γη ψεύτικη είναι. Αληθινή είναι η ζωή του Θεού μέσα μας, όχι αυτή η εξωτερική που ζούμε. Και θάνατος πραγματικός δεν είναι ο θάνατος του σώματος. Θάνατος αληθινός είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό. Ο Θεός είναι η ζωή, λέει αποφθεγματικά ο Άγιος Βασίλειος: Όσο πιο κοντά είναι ο άνθρωπος στο Θεό, στη ζωή, τόσο πιο πολύ έχει ζωή. Και όσο απομακρύνεται από το Θεό, τη ζωή, τόσο περισσότερο πλησιάζει τον θάνατο. Και όταν αποκοπεί από τον Θεό, μέσα του υπάρχει μόνο η μαυρίλα του θανάτου και η προσδοκία του αιώνιου θανάτου στην ατελεύτητη κόλαση που έστω και αν την διαγράφει κανείς, υπάρχει. Και εκείνοι που την διαγράφουν θα βρεθούν πιο άσχημα εκεί.

Βρύση ζωής, πηγή ζωής

Ο Θεός όμως, ο εύσπλαχνος και πολυέλεος, βλέποντας τις αμαρτίες μας και τον χωρισμό μας από την πηγή της ζωής και τον θάνατό μας τον ψυχικό, έστειλε τον Μονογενή Του Υιό στον κόσμο. Όπως λέει ένα τροπάριο της εορτής του Αγίου Αποστόλου Θωμά, θεράπευσε το μέγα τραύμα που ήταν και είναι ολόκληρος ο άνθρωπος. Τι χειρότερο πράγμα μπορεί να υπάρξει, από το τραύμα της ψυχής που φέρνει τον αιώνιο θάνατο;

Πώς το θεράπευσε το μέγα τραύμα; Θυμάστε ένα τροπάριο από τα εγκώμια του Επιταφίου; «Ώσπερ πελεκάν, τετρωμένος την πλευράν Σου Λόγε Σους θανόντας παίδας εζώωσας, επιτάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς». Όπως ο πελεκάνος όταν δει τα παιδιά του να τα έχει τσιμπήσει φίδι και με το δηλητήριο του φιδιού να κινδυνεύουν να ψοφήσουν, τρυπάει την πλευρά του και τα ποτίζει το αίμα του που είναι φάρμακο που εξουδετερώνει το δηλητήριο του φιδιού, έτσι και εσύ ήρθες Χριστέ μου και άνοιξες την πλευρά Σου, και από τις πληγές σου στα χέρια Σου και στα πόδια Σου, από όλες τις πληγές Σου έσταξες μέσα στις ψυχές μας ζωτικούς κρουνούς. Δηλαδή, μια βρύση ζωής, πηγή ζωής, για να πίνουμε και να αποκτάμε την αληθινή ζωή, με το Αίμα του Χριστού. Ένα άλλο τροπάριο της αγίας αυτής εορτής λέγει: Άνοιξες, Χριστέ μου, την πλευρά Σου και έβαλε ο Θωμάς το δάχτυλο του στην πλευρά Σου, από την οποία όταν την τρύπησε ο Ρωμαίος στρατιώτης, βγήκε «το αίμα το ύδωρ το Βάπτισμα». Το αίμα είναι η Θεία Ευχαριστία, και το ύδωρ είναι το Βάπτισμα. Όλα όσα μας αγιάζουν προέρχονται από τον Χριστό.

Ένας διαφορετικός Πατέρας

Αλλά, αδελφοί μου, μέσα στην καρδιά μας, του κάθε ανθρώπου την καρδιά, που το μυαλό του είναι σκοτισμένο από την αμαρτία, γεννιέται το ερώτημα: Μα, ήταν Σωτήρας μας ο Χριστός; Ή μήπως ήταν ένας άνθρωπος που πέθανε και αυτός, όπως πεθαίνουν όλοι; Και για να μας αποδείξει ο Πολυεύσπλαχνος Θεός ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας, «Ανέστη ο Χριστός εκ νεκρών πατήσας τον θάνατον» και αναδείχτηκε νικητής του θανάτου.

Ποιος μπορεί να αναστηθεί μόνος του από τους νεκρούς;

Τον Χριστό δεν Τον ανέστησε κανείς, ανέστη μοναχός του. Γιατί δεν ήταν ποτέ πεθαμένος αλλά ήταν πάντοτε ζωή και ζωοποιός και ζωοδότης. Και εμφανίσθηκε στους Αγίους Αποστόλους Του, που ούτε Τον πίστευαν πια, ούτε Τον περίμεναν, είχαν απογοητευτεί για όλα, και τους είπε: «χαίρετε!». Η μεγαλύτερη χαρά είναι η Ανάσταση, γιατί επισφραγίζει εκείνο που έδωσε ο Χριστός με τον Σταυρό Του και με τον θάνατό Του, την απολύτρωση, με το Αίμα Του και το ύδωρ του Βαπτίσματος.

Είδαν και έπαθαν οι Απόστολοι να το πιστέψουν. Άκουγαν και δεν πίστευαν, μέχρι που είδαν τον Χριστό μπροστά τους. Και μετά το έλεγαν στον Απόστολο Θωμά, που έλειπε.

-Θωμά, είδαμε τον Κύριο.

-Εάν δεν τον δω με τα μάτια μου, δεν το πιστεύω. Οι πεθαμένοι δεν ανασταίνονται. Τέτοια πράγματα δεν έχουν γίνει ποτέ. Δεν σας πιστεύω.

-Βρε, Θωμά, ποιόν δεν πιστεύεις, εμένα, τον Απόστολο Πέτρο; Σου είπα ποτέ ψέματα; Σε κορόιδεψα ποτέ; Δεν έπαιξα ούτε με τα μικρά και με την καρδιά σου θα παίξω; Με την ζωή σου θα παίξω;

Του έλεγε ο άγγελος ο επίγειος, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος:

-Θωμά, αδελφέ, πότε φέρθηκα σε άνθρωπο ύπουλα, αστεία, πονηρά, που θα παίξω με σένα σ’ αυτό το μεγάλο θέμα;

Αλλά ο Θωμάς δεν πείθονταν με τίποτε. «Εάν μη ίδω και εάν δεν βάλλω το δάχτυλο μου στην πλευρά Του και στις πληγές Του, στα χέρια Του και στα πόδια Του, δεν θα πιστέψω».

Μετά από οχτώ μέρες, ενώ κυλούσε έτσι η ζωή των Αποστόλων, να «γκρινιάζουν» οι δέκα και να λένε στον ένα, «είδαμε τον Χριστό αναστημένο» και αυτός να μην πιστεύει, ήρθε πάλι ο Χριστός ανάμεσα τους. Και τι έγινε τότε; Ας το πούμε με ένα παράδειγμα που συμβαίνει με μας. Όταν ένας πατέρας λέγει κάτι στο παιδί του και αυτό του απαντά «δεν σε πιστεύω, πατέρα», ο πατέρας σηκώνει το χέρι του, του κοπανάει μια καρπαζιά και του λέει: «Φάτην, παλιόπαιδο, για να δεις που δεν πιστεύεις». Αλλά ο Χριστός δεν είναι σαν εμάς. Είναι καλλίτερος και στοργικότερος. Λέει ένα τροπάριο: Σε δοξάζουμε και Σε ευχαριστούμε, Χριστέ μου, διότι όπως μακροθύμησες την στιγμή που σε ράπιζε ο δούλος, έτσι μακροθύμησες και τότε που ο μαθητής Σου και Απόστολος Σου ζητούσε, «ντε και καλά» να βάλλει το δάχτυλο του στην πλευρά Σου. Ναι Κύριε, μακροθύμησες και του έδειξες όλη την συγκατάβαση Σου και την στοργή Σου. Και του είπες: Έλα, Θωμά, φέρε το δάχτυλο σου και βάλε το στην πλευρά Μου, βάλε το στα χέρια Μου και στα πόδια Μου και δες ότι είμαι ζωντανός, ότι δεν είμαι φάντασμα, ότι είναι αλήθεια η Ανάσταση Μου, «και μη γίνου άπιστος». Δεν είναι σωστό να ακούς για Ανάσταση και να μην πιστεύεις.

Ο Θωμάς κατάλαβε το λάθος του και φώναξε: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου!». Τα ίδια λόγια, διαφορετικά κάπως, τα λέμε και εμείς ψάλλοντας: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος». Ή αλλιώς: «Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!»

Δεν είδε μόνο ο Θωμάς τον Χριστό. Τον είδαν και οι άλλοι Απόστολοι. Τον είδαν ακόμα πεντακόσιοι φίλοι του Χριστού πιστοί, και πολύς άλλος κόσμος. Μετά έκανε και κάτι άλλο ο Χριστός. Είπε στους μαθητές Του: Σας δίνω δύναμη και εξουσία. «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Και όχι μόνο αυτό, αλλά να ξέρετε ότι ό,τι ζητάτε στο όνομα Μου θα γίνεται. Θα ακουμπάτε τα χέρια σας πάνω σε αρρώστους και θα γίνονται καλά, θα ανασταίνονται νεκροί, θα διώχνετε δαιμόνια. Και από τότε, μέχρι σήμερα είναι πλημμυρισμένος ο κόσμος από το αναστάσιμο φως και τα θαύματα των αγίων.

Λοιπόν, επιτρέπεται να ακούει κανείς για την Ανάσταση του Χριστού και να μην πιστεύει;

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Η Συγχώρεση (μια αληθινή ιστορία)

Πριν πολλά χρόνια και μετά τη λήξη του εμφυλίου σπαραγμού, σε κάποιο χωριό έγινε ένας φόνος για πολιτικούς λόγους.
Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ονόματι Πέτρος Γ. και με τις μαρτυρίες 5 συγχωριανών του καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση στις αγροτικές φυλακές.

Μέρα-νύχτα όμως διαλαλούσε ότι ήταν αθώος. Στις φυλακές αυτές πήγαινε 1 φορά το μήνα ένας ευλαβέστατος ιερέας.
Λειτουργούσε στο εκκλησάκι των φυλακών και μετά δεχόταν για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν.

Πήγε και ο Πέτρος και εξομολογήθηκε στον ευλαβή εκείνο ιερέα και βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.

Από τότε που εξομολογήθηκε άλλαξε τελείως διαγωγή: προσηύχετο με το Όνομα του Ιησού Χριστού, μελετούσε το Ευαγγέλιο και κοινωούσε των Αχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σε όλους τους συγκρατούμενούς του πολλή καλωσύνη.

Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά και τους κατηγόρους του και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά. «Δε φταίνε οι καημένοι», έλεγε.
«Φταίει το πολιτικό και ιδεολογικό πάθος, φταίει και ο διάβολος που τους σκοτείνιασε το μυαλό και έτσι κρύψανε την αλήθεια. Θεέ μου συγχώρεσέ τους… και από μένα να ’ναι συγχωρεμένοι… και χάρισέ τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία».

Ο ιερέας πεπεισμένος για την αθωότητά του προσπάθησε μέσω κάποιων δικηγόρων να τον αποφυλακίσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι πέρασαν 19 χρόνια. Όταν αποφυλακίσθηκε ήταν πλέον 50 ετών. Στο χωριό δεν έγινε δεκτός, επειδή τον πίστευαν όλοι για φονιά.

Μετακόμισε λοιπόν σε μια γειτονική πόλη και έκανε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως το μαραγκό, δουλειά που έμαθε στη φυλακή. Εκεί στην πόλη συνέχισε να προσεύχεται, να συμμετέχει στα Μυστήρια και να τηρεί τις ευαγγελικές εντολές. Η Ευχή και το Ευαγγέλιο ήταν το οξυγόνο της ζωής του.

Μια κοπέλα 42 ετών, θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής, πληροφορήθηκε από τον Πνευματικό των φυλακών, που ήταν και δικός της Πνευματικός, τα πάντα για τον Πέτρο Γ. και ιδιαιτέρως για το πόσο ήταν αφοσιωμένος στο Χριστό και στην Εκκλησία Του. Πήγε τον βρήκε και κατόπιν τον ζήτησε η ίδια σε γάμο!…

Από τον ευλογημένο αυτό γάμο προήλθαν 2 παιδιά υγιέστατα. Ύστερα από μερικά χρόνια στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος αρρώστησε βαριά με ανεξήγητους φοβερούς πόνους σε όλο του το σώμα. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν, ούτε καν να εντοπίσουν την αιτία.

Όταν γύρισε στο σπίτι του από το νοσοκομείο, άρχισε να κραυγάζει μέσα στους φοβερούς του πόνους ότι αυτός ήταν ο φονιάς και με τους 4 ψευδομάρτυρες τους οποίους εξαγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τον Πέτρο που συμπτωματικά περνούσε από εκείνο το σταυροδρόμι την ώρα που έγινε ο φόνος.

Φώναξαν τον αστυνόμο του χωριού και υπέγραψε την ομολογία της ενοχής του. Στο χωριό προκλήθηκε σύγχυση, ταραχές και πολλές κατάρες που βάραιναν το φονιά. Παρά ταύτα η ψυχή του φονιά δεν έβγαινε, αλλά εξακολουθούσε να τσιρίζει και να κραυγάζει.

Ο Πέτρος όταν το έμαθε, δε θέλησε ούτε να πάρει εκδίκηση, ούτε μήνυση να κάνει για να αποκαταστήσει την τιμή του, αλλά τι έκανε; Πήγε στο σπίτι του φονιά. Αυτός όταν τον είδε πάγωσε και τον κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα από έκπληξη.

Είπε λοιπόν ο Πέτρος στο φονιά. «Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά… και σ’ ευχαριστώ, γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω το Χριστό με την Εκκλησία Του και τα Άγια Μυστήρια της. Εύχομαι να Τον γνωρίσεις κι εσύ με μετάνοια και προσευχή!».

Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και έφυγε, ενώ κάποια δάκρυα κρυφά έτρεχαν από τα μάτια του. Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήλθε ύστερα από 35 χρόνια! Αλλά υπήρξε και θρίαμβος της εμπιστοσύνης του Πέτρου στην Πρόνοια του Θεού και της αδιάλειπτης προσευχής. Ο Θεός τον αντάμειψε για την υπομονή και τη μακροθυμία που έδειξε τόσα χρόνια.

Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως είπαμε, μ’ ένα χριστιανικό γάμο και με οικογένεια που ήταν «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία» και με 2 τρισευλογημένα παιδιά. Και μάλιστα μετά την ολοκάρδια συγχώρηση που έδωσε στο φονιά, πολλαπλασιάσθηκε η ευλογία του Θεού στο σπιτικό του.

Είχε τη Χάρη του Θεού πάνω του, την ευλογία της Παναγίας, την προστασία των Αγίων και τη συμπαράσταση των Αγγέλων. Όταν πέθανε σε ηλικία 80 ετών, Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιό του και αυτοί παρέλαβαν την ψυχή του.

Αφού έκανε για τελευταία φορά το σταυρό του ο Πέτρος είπε: «Άγγελέ μου, Άγγελέ μου δεν την αξίζω αυτήν την τιμή» και εκοιμήθη. Αυτό το επιβεβαιώνει ο 90χρονος ιερέας που ήταν παρών στο θάνατό του.

Από το βιβλίο: Η Ευχή μέσα στον κόσμο, του πρωτοπρ. π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου

Ένα Γράμμα…Σε Κάθε Χριστιανό με Εξουσία.

undefined

Τι περίεργο ενώ είσαι ταγμένος στην ασκητικότητα να σε συνοδεύει η πολυτέλεια και να ανέχεσαι να σε ραίνουν με ροδοπέταλα...

Τι περίεργο να υπηρετείς τον Χριστό της αγάπης και να μην γνωρίζεις το κόψε και μοίρασε στα δύο...

Τι περίεργο να μετατρέπεις τη διακονία σε υπαλληλική σχέση, την ελευθερία σε δουλικότητα, την αγάπη σε ανάγκη...

Πώς γίνεται, ενώ είσαι από πνευματικά υλικά να μην καταλαβαίνεις πως απλά οι άλλοι σε ανέχονται από φόβο...

Πώς γίνεται να προσεύχεσαι βλέποντας παντού εχθρούς;
Οι σκιές να σε τρομάζουν, ακόμα και όταν προέρχονται από το επιβλητικό σου ανάστημα;

Γιατί να ανέχεσαι τους κόλακες, τους επαινετές και τους καταπιεσμένους που σε περιτριγυρίζουν και φοβούνται να μιλήσουν όχι μόνο μπροστά σου αλλά και στο πορτραίτο σου;

Πώς γίνεται να αγαπάς τους ανθρώπους ενώ τους ξεχωρίζεις;

Γιατί τα λόγια σου δε φανερώνουν ποτέ τον πατέρα;
Είναι κρυμμένος μέσα σου ή δεν υπάρχει;

Πόση εξουσία αντέχει το ψέμα;

Πόσο αντέχεις να πεθαίνουν οι συνάνθρωποι σου, στις πλατείες, στα πεζοδρόμια, στα σοκάκια κι εσύ να χαριεντίζεσαι με τις εξουσίες γιατί φοβάσαι για τη δικιά σου ζωή;

Μη βλέπεις παντού αντιπάλους. Αν και στα αλήθεια υπάρχει ένας. Μέσα σου.

Μην πικραίνεσαι με όσους σου κάνουν κριτική. Δε θέλουν να σου πάρουν την εξουσία. Στην πραγματικότητα αγωνίζονται για να μη τη χάσεις.

Νιώσε τη χαρά του διαλόγου, των διαφωνιών, της αντίθετης γνώμης... Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για έναν πατέρα από την ελευθερία της γνώμης των παιδιών του. Σημάδι ωριμότητας και για τους δύο .

Σπάσε τα φιμέ τζάμια του αυτοκινήτου, άνοιξε την κουρτίνα από το γραφείο, βγες για έναν περίπατο στον πιο πολυσύχναστο δρόμο. Εκεί θα συναντήσεις το αληθινό πρόσωπο του Θεού στους άλλους.
Στο πρόσωπο του μεροκαματιάρη, της πόρνης, του ναρκομανή, του αργοπορημένου διαβάτη, του ανήσυχου νέου.
Όσο μεγάλο και χρυσό να είναι το κλουβί, δεν παύει να είναι κλουβί.

Μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι για σένα.
Κάποια θα είναι αλήθεια και κάποια όχι.
Το σίγουρο είναι πως όποιοι είναι κοντά σου δε λένε ποτέ την αλήθεια για σένα. Όχι γιατί δεν την ξέρουν. Αλλά γιατί φοβούνται να σου την πουν.

Μη στέκεσαι στους τύπους, στα αξιώματα, στους τίτλους.
Οι απλοί άνθρωποι μόνο την αγάπη αναγνωρίζουν.
Τα άλλα τα δίνει ο Θεός γιατί έχει πολύ χιούμορ.

Κανείς δεν πήγε στον παράδεισο κουβαλώντας το μεγάλο του τίτλο. Πήγε όμως κουβαλώντας τον συνάνθρωπό του.

Κουβάλα και μοίραζε όσοι σοφία θέλεις. Αν δεν κουβαλάς τον σταυρό του άλλου μάταιος κόπος.

Δεν πρέπει να υπερηφανεύεσαι για τα έργα που επιτρέπει ο Θεός, να βάζεις το όνομά σου. Κι αυτά κι εσύ θα σβήσουν κάποια μέρα. Και όταν έρθει εκείνη η μέρα, μόνο το πόσο αγάπησες θα σε ρωτήσουν.

Αγάπα τον εχθρό σου.
Αν είμαι εγώ, αν είναι αυτός, αν είναι ο άλλος.
Δεν έχει νόημα η ζωή, αν είμαι εχθρός σου και δεν είμαστε μαζί στον παράδεισο.

Συγχώρησέ μου τον ενικό. Έτσι μιλούν τα παιδιά στον πατέρα τους.

Σε μια σχέση που δε θέλεις να κρατήσεις. Το καταλαβαίνω. Τα μάτια συνηθίζουν γρήγορα στο σκοτάδι.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΥΡΔΟΣ

Καθρέφτης τῆς ψυχικῆς μας κατάστασης ἡ γλώσσα!

Παλαιότερα οἱ γιατροί ἐφάρμοζαν μιά πολύ σοφή καί ἀποδοτική μέθοδο. Ἔλεγαν στόν πελάτη τους. Βγάλε τήν γλώσσα! Τῆς ἔρριχναν μιά ματιά. Καί ἀπό τήν γλώσσα καταλάβαιναν πολλά!

Ἡ γλώσσα τοῦ ἄρρωστου ἔδινε στόν γιατρό μιά πολύ καλή ἰδέα γιά τήν σωματική κατάσταση τοῦ πελάτη του.

Κάτι ἀνάλογο γίνεται καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος «βγάζει» γλώσσα!

Οἱ ἄλλοι καταλαβαίνουν καλά, ἀνάλογα ὁ καθένας μέ τά μυαλά του, ποῦ κινεῖται ὁ συνομιλητής τους.

Τί παράξενο!

Καθρέφτης τῆς σωματικῆς ὑγείας ἡ γλώσσα.

Καθρέφτης καί τῆς ψυχικῆς μας κατάστασης ἡ γλώσσα!

Λέγει ὁ Κύριος: Πρόσεχε! ἀπό τά λόγια σου θά κριθῆς! Καί ἀπό τά λόγια σου θά καταδικασθῆς (Ματθ. 12,37).

Καλύτερα νά πέσεις κάτω ἀπό ψηλά, παρά νά «πέσεις χαμηλά», ἀπό λάθος γλώσσας!

Καί ὅταν ὑπομένουμε και δέν μιλᾶμε, ἔχομε μιά μεγάλη νίκη!

Καί ὅσο πιό πολύ πέφτεις σέ λάθη γλώσσας, τόσο πιό χάρβαλο καταντᾶς πνευματικά.

Γι᾿ αὐτό λέμε σέ μιά προσευχή μας:

Θοῦ, Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου. Δηλαδή βόηθα με, Κύριε, νά κρατῶ τό στόμα μου κλειστό. Νά ξέρω πότε να μιλάω· καί πῶς να μιλάω.

Ἀγαπᾶς τόν Χριστό; Πρέπει νά Τόν ἔχεις συνεχῶς στό στόμα σου: στό σπίτι· στήν ἐπικοινωνία μέ ἀγαπητά πρόσωπα· στήν γειτονιά· στήν ἀγορά· παντοῦ.

Στόμα δικαίου μελετήσει σοφίαν· καί ἡ γλώσσα αὐτοῦ λαλήσει κρίσιν (Ψαλμ. 36,30).

Δηλαδή: Ὁ ἄνθρωπος ὁ σωστός, στό στόμα του ἔχει συνεχῶς τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί τά λόγια του εἶναι ὅλα ζυγιασμένα· σεμνά· προσεκτικά.

Αὐτό εἶναι τό σωστό. Γιατί ὅ,τι ἔχεις στήν καρδιά σου βγαίνει στό στόμα!

Οἱ μέλισσες, ἕνα τιποτένιο ζωύφιο-ἔντομο, βγάζουν ἀπό τό στόμα τους μέλι! Ὅ,τι παίρνουν στό στόμα τους, τό βγάζουν μέλι. Τό κάνουν μέλι!

Σύ καί ἐγώ, ἔπρεπε νά εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τά ἔντομα, ἀπό τίς μέλισσες.

Ἀπό τό στόμα μας ἔπρεπε νά ρέει μιά ἀπέραντη εὐωδία: ἡ εὐωδία τῆς καλωσύνης καί τῆς ἀγάπης· ἡ εὐωδία τῆς δοξολογίας τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου!

Κάνει τό στόμα μας νά βγάζει μιά φριχτή δυσωδία; Καί ἄμα στό στόμα βγαίνει δυσωδία, βρώμα, τί εἶναι μέσα μας, βαθειά μέσα μας, στήν καρδιά μας;

Πάντως, κάτι ὄχι καλό!

Πάντως ὄχι ὁ Χριστός.

Ἡ ἁγία Γραφή μᾶς λέγει, ὅτι τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μύρον ἐκκενωθέν (Ἆσμα 1,3)· δηλ. ὅταν βρίσκεται στό νοῦ καί στήν καρδιά μᾶς μοσχοβολάει τό εἶναι ὁλόκληρο, σάν νά χύθηκε ἐπάνω μας καί μέσα μας, εὐῶδες πολύτιμο μύρο!

Μάθε λοιπόν, νά μιλᾶς γιά τόν Κύριο μέ εὐλάβεια καί μέ σεβασμό· μέ ἀγάπη καί μέ ταπείνωση.

Ἕνας γάλλος φιλόσοφος (C. Bonal) τοῦ περασμένου αἰώνα, κάθε φορά πού πρόφερε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἔβγαζε τό καπέλλο του· καί ἔκανε τό σταυρό του.

Κάμε καί σύ «κάτι». Κάμε τά λόγια σου, νά εἶναι:
• γλυκά στό στόμα σου.
• γλυκά στήν καρδιά σου.
• γλυκά στά αὐτιά ἐκείνων, πού σέ ἀκοῦνε.

Λέγει ἡ ἁγία Γραφή:
• Στόμα παρανόμου-βόθρος βαθύς! Βόθρος; Ναί βόθρος! (Παρ. 10,31)

• Στόμα δικαίου ἀποστάζει σοφίαν. Δηλαδή, ἡ κάθε λέξη πού βγαίνει ἀπό τό στόμα του εἶναι σοφία! (Παρ. 22, 14)

Μήπως τά παραλέει;

Ἀκούμπα, ἀδελφέ, σωστά τήν καρδιά σου.

Μήν ἀφήσεις νά γίνει τό στόμα σου καί ἡ καρδιά σου βόθρος βαθύς!...

Κάμε τα, νά ἀποστάζουν σοφία: καλωσύνη, εἰρήνη, ἀγάπη, ταπείνωση.

Μήν τό ξεχνᾶς.

Στόμα δικαίου ἀποστάζει σοφία· καί προσέχοντας, τί νά λέει τό στόμα σου, γίνεσαι σοφός γιά τούς ἀνθρώπους· εὐάρεστος καί ἀγαπητός στό Θεό.

Ημείς προσκαρτερούμεν τη προσευχή και τη διακονία του λόγου.

Ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία πρέπει να απευθύνεται στους ανθρώπους;
Αυτό το ερώτημα απασχολεί όλους όσους δεν επαναπαύονται στο σώμα του Χριστού, ανακυκλωμένοι στο παρελθόν και στις αναμνήσεις του και στην θέση που κάποτε είχε η Εκκλησία για τους περισσότερους ανθρώπους στην κοινωνία.
Το ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Ωστόσο, η παράδοση της Εκκλησίας μας και ο βιβλικός λόγος μας δίνουν την δυνατότητα να αναζητήσουμε απαντήσεις, οι οποίες μπορούν να αγγίξουν και τους ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να ζήσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου και τον τρόπο της πίστης.
Γιατί η απάντηση που οι ποιμένες δίνουν σε τέτοια ερωτήματα, αντανακλά και τον τόπο με τον οποίο καλούνται οι πιστοί να διαμορφώνουν τη ζωή τους και το τι οι ίδιοι θέλουν από την Εκκλησία.

Στην πρώτη Εκκλησία προέκυψε το ζήτημα της διακονίας των φτωχών, με επίκεντρο τις χήρες γυναίκες οι οποίες προέρχονταν από τους εξ ελληνιζόντων πιστούς και οι οποίες περιθωριοποιούνταν ως προς την βοήθεια σε σχέση με εκείνες που προέρχονταν από τους Ιουδαίους. Οι απόστολοι ζήτησαν από το σώμα του Χριστού να εκλέξει επτά διακόνους, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα και οι ίδιοι να παραμείνουν «προσκαρτερούντες τη προσευχή και τη διακονία του λόγου» (Πράξ. 6,4), να αφιερωθούν αποκλειστικά στην λατρεία, την προσευχή και την διακονία του λόγου. Ο λόγος αυτός των Αποστόλων αποτελεί οδοδείκτη για το πώς η Εκκλησία πρέπει α ξεκαθαρίσει τα ουσιώδη στην διακονία της αλλά και να μιλήσει στους ανθρώπους.

Οι άνθρωποι σήμερα από πολλές πλευρές θεωρούν ότι τα γνωρίζουν όλα.
Δεν έχουν ανάγκη από λόγους, αλλά από έργα.
Και τα έργα αυτά για τους πολλούς δεν έχουν να κάνουν με την λατρεία του Θεού και την διακονία του λόγου, την πνευματική δηλαδή παιδεία η οποία θα καθοδηγήσει τον άνθρωπο στον αγώνα για τη σωτηρία, αλλά έχουν να κάνουν με την ελεημοσύνη και την φιλανθρωπία.
Δεν αναρωτήθηκε όμως κάποιος από αυτούς που αντιμετωπίζουν την Εκκλησία έτσι, πώς θα εμπνευσθούν οι χριστιανοί να λειτουργήσουν στην κατεύθυνση της φιλανθρωπίας και της έμπρακτης αγάπης.
Υπάρχει η αίσθηση ότι όλα γίνονται αυτόματα, μαγικά.
Από την μία οι περισσότεροι που δηλώνουν ή θεωρούν τους εαυτούς τους χριστιανούς δεν έχουν σχέση με το σώμα του Χριστού και από την άλλη απαιτούν από αυτούς που έχουν σχέση να φέρονται και να δρούνε όχι όπως ο τρόπος της Εκκλησίας ορίζει, αλλά και τα δοκούντα από τους μη συμμετέχοντας.

Το δεύτερο σημείο το οποίο αξίζει να μας προβληματίσει είναι η οίηση των πολλών, οι οποίοι θεωρούν ότι γνωρίζουν τα πάντα ή τουλάχιστον τα κύρια για την πίστη.
Στην ουσία όμως παραμένουν ακατήχητοι.
Έχουν εγκλωβισθεί σε μία λογική πλήρους εκκοσμίκευσης και θεωρούν πως γνώση αληθινή είναι μόνο ό,τι ο άνθρωπος μπορεί να μάθει σε σχέση με τον κόσμο και την πραγματικότητα.
Γνώση αληθινή είναι η πληροφορία.
Η υποκατάσταση της παιδείας από την εικόνα.
Και αρκούνται σε ό,τι αφορά στην θρησκευτικότητα στα μηνύματα του παρελθόντος από το σχολείο ή την ανατροφή στην οικογένεια ή από τις επισκέψεις στους ναούς κατά τις περιόδους των εορτών.
Αυτή η οίηση στην ουσία τους αποκόπτει από την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, η οποία προϋποθέτει την δίψα γι’ Αυτόν.
Και η δίψα καλλιεργείται τόσο με την μελέτη και την γνώση όσο και με την προσευχή και την λατρεία.
Και έτσι οι πολλοί παραμένουν στην πνευματική άγνοια, αλλά και θεωρούν ότι ο Χριστός είναι οι γιορτές ή η φιλανθρωπία, χωρίς να Τον αφήνουν να αγκαλιάσει περισσότερο τη ζωή τους.
Χωρίς να νιώθουν ότι η συμμετοχή στο σώμα του Χριστού και τη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια τυπικότητα ούτε ένα θρησκευτικό καθήκον, αλλά το ξεδίψασμα του ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο μπορεί να πιει από πολλές πηγές, αλλά χωρίς Χριστό δεν μπορεί να ξεδιψάσει την δίψα της αιωνιότητας, της ανάστασης, της ελπίδας.

Το τρίτο σημείο είναι απουσία παρατηρητικότητας και προβληματισμού, ο εφησυχασμός από την πλευρά των χριστιανών και όχι μόνο των ποιμένων.
Συχνά στη ζωή της Εκκλησίας λειτουργούμε με γνώμονα μόνο τον εαυτό μας, τις δικές μας ανάγκες, τι πιστεύουμε εμείς ως σωστό και αδιαφορούμε για το τι χρειάζεται ο άλλος ή για τις όποιες αγωνίες του.
Δεν είμαστε πρόθυμοι να τον ακούσουμε, ίσως γιατί κι εκείνος έχει τον εαυτό του και μόνο ως κριτήριο για την όποια συνάντηση μαζί μας, με αποτέλεσμα ο λόγος μας να μην μπορεί να αγγίξει την καρδιά του και την ίδια στιγμή η προσευχή μας να μην είναι επαρκής, καθώς δεν είναι καρδιακή.
Φοβόμαστε στην Εκκλησία να παλέψουμε για να κατασκευάσουμε νέους ασκούς.
Παραμένουμε εγκλωβισμένοι στον τρόπο θέασης του κόσμου με βάση τους παλαιούς ασκούς.
Και είμαστε οι πολλοί έτοιμοι να κατακρίνουμε όσους αποπειρώνται να βρούνε καινούριους τρόπους προσέγγισης της Αλήθειας.
Καινοτόμους ή ανατρεπτικούς των τρόπων του παρελθόντος, χωρίς όμως να αφίστανται της Αλήθειας.
Οχυρωνόμαστε τότε στον τρόπο μας και δεν αφήνουμε και τους άλλους να δώσουν την μαρτυρία τους ανάλογα με το χάρισμα που έχουν.

Οι Απόστολοι άφησαν το λαό του Θεού να εκλέξει τους επτά διακόνους.
Από αυτούς άλλοι μαρτύρησαν υπέρ της πίστεως, όπως ο Στέφανος.
Άλλοι έγιναν οι διάκονοι Αποστόλων όπως ο Πρόχορος του Ιωάννη και έδειξαν στην πράξη τι σημαίνει αγάπη.
Άλλοι έγιναν αιρετικοί, όπως ο Νικόλαος, και αποδοκιμάστηκαν από το σώμα του Χριστού.
Οι δρόμοι αυτοί δείχνουν την ελευθερία που υπάρχει στην Εκκλησία και την αξιοποίηση των χαρισμάτων όλων, με αγρυπνούσα όμως την συνείδηση της Εκκλησίας, για να μην αποστεί η όποια προσπάθεια από την Αλήθεια.
Πιστεύουμε λοιπόν στον Αναστημένο Χριστό και καλούμαστε να δείξουμε την πίστη μας μέσα από την απόφασή μας να ακούμε γι’ Αυτόν που αγαπάμε, να Τον σπουδάζουμε στον λόγο, να Τον βιώνουμε στην προσευχή και στην λατρεία του Θεού και να Τον εφαρμόζουμε έμπρακτα στην αγάπη προς τους εμπερίστατους χωρίς διακρίσεις.
Την ίδια στιγμή, επειδή η Ανάσταση ήταν και θα είναι η μεγαλύτερη επανάσταση, η μεγαλύτερη αλλαγή στην Ιστορία του κόσμου, καλούμαστε να μην αφήνουμε το μήνυμά της να περιχαρακώνεται είτε στην απαίτηση οι άλλοι να προσφέρουν και αυτό μάλιστα μαγικά και αυτόματα, είτε στην οίηση ότι δεν χρειάζεται να μάθουμε τίποτε επιπλέον είτε στον εφησυχασμό και στην μετατροπή μας σε παλαιούς ασκούς.
Ας αγωνιστεί ο καθένας μας, ποιμένας και ποιμαινόμενος, να μιλήσει στους άλλους την γλώσσα της Αλήθειας, της τόλμης, της φρεσκάδας και την ίδια στιγμή την γλώσσα που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους, καλώντας τους σε συνεχές ξεκίνημα νέας ζωής. Για να είναι αυτός ο τρόπος που απευθυνόμαστε στους ανθρώπους. Ξεδιψώντας τη δική μας δίψα και βοηθώντας τους να συναντήσουν κι αυτοί τον Αναστάντα.

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Σελίδα 1 από 10

Δημιουργήθηκε από τον Νίκο Χαραλαμπίδη